Εύη Πάσχου
Ψυχίατρος
σύναψις 39 [2015 – τόμος ΙΙ]
Das Leben, wie es uns auferlegt ist, ist zu schwer für uns, es bringt uns zuviel Schmerzen, Enttäuschungen, unlösbare Aufgaben. Um es zu ertragen, können wir Linderungsmittel nicht entbehren. (Es geht nicht ohne Hilfskonstruktionen, hat Theodore Fontane gesagt.) Solcher Mittel gibt es vielleicht dreierlei: mächtige Ablenkungen, die uns unser Elend gering schätzen lassen, Ersatzbefriedigungen, die es verringern, Raschstoffe, die uns für dasselbe unempfindlich machen. «Η ζωή, όπως μας έχει επιβληθεί, είναι πολύ δύσκολη για μας, μας φέρνει πάρα πολλούς πόνους, απογοητεύσεις, άλυτα προβλήματα. Για να τα αντέξουμε όλα αυτά χρειαζόμαστε μέσα ανακούφισης. (Δεν γίνεται χωρίς βοηθητικές κατασκευές, είχε πει ο Theodore Fontane.) Τέτοιου τύπου μέσα υπάρχουν ίσως τριών ειδών: ισχυροί αντιπερισπασμοί, που μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε μικρή τη δυστυχία μας, ικανοποιήσεις μέσα από υποκατάστατα, που την μειώνουν, ναρκωτικές ουσίες που μας κάνουν να μην την αισθανόμαστε.»
S. Freud: Das Unbehagen in der Kultur (Gesammelte Werke Band XIV S. 432)
Ο Leo Navratil, στην εισαγωγή του στο βιβλίο του «Art Brut und Psychiatrie»1 γράφει: «…η ποιότητα της τέχνης, όπως και η σημασία που έχουν κάποιοι μοναδικοί άνθρωποι για μας, δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη δική μας υποκειμενικότητα. Για τους ποιητές και τους ζωγράφους ήταν πάντα ξεκάθαρο ότι το έργο τους αποτελεί ένα μέρος, ένα αντίγραφο του εαυτού τους. Για αυτό τον λόγο μπορεί κανείς να συγκρίνει τη σχέση μας με πίνακες, βιβλία και άλλα έργα τέχνης, με τη σχέση μας με τους ανθρώπους. Όταν τα έργα αποκόβονται από τον δημιουργό τους, όταν εμείς δεν γνωρίζουμε καθόλου τον δημιουργό τους, όταν τα έργα «χειραφετούνται… απελευθερώνονται» εντελώς και είναι πια μόνο δείγματα στον χώρο της τέχνης, τότε γίνονται για μας «ένα είδος ανθρώπων ή απόψεις των ανθρώπων… Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα είναι που έγραφε ο Herman Hesse για τα βιβλία… “Τα βιβλία είναι όπως οι άνθρωποι: Θέλουν να γίνουν κατανοητά, να αξιολογηθούν και πάνω απ’ όλα να αγαπηθούν…”».
Όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο του Hans Fallada «O Πότης»,* δεν ήξερα τίποτα για τον συγγραφέα και τη ζωή του. Εντυπωσιάστηκα από την καθαρότητα της ματιάς του τόσο πάνω στο ψυχολογικό πορτραίτο ενός ανθρώπου που βυθίζεται στο πάθος του ποτού, όσο και στις συνθήκες ζωής μέσα σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα. Στο βιβλίο αντανακλούσαν ιστορίες ασθενών μου και προσωπικές μου εμπειρίες από τα ψυχιατρικά ιδρύματα του σήμερα. Για μένα, λοιπόν, το βιβλίο πήρε εύκολα τη θέση ενός ανθρώπου απέναντί μου.
Αργότερα έμαθα ότι ο Fallada είχε γράψει ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο με όχημα την ιστορία του ήρωά του Ervin Sommer. Ήταν ο ίδιος βαριά αλκοολικός και τοξικομανής, είχε ζήσει στη φυλακή κατηγορούμενος για απόπειρα δολοφονίας της γυναίκας του και για οικονομικές καταχρήσεις, είχε περάσει μεγάλα διαστήματα της ζωής του σε ψυχιατρικά άσυλα νοσηλευόμενος για αποτοξίνωση. Αυτό το βιβλίο, το έγραψε νοσηλευόμενος στο κλειστό άσυλο Neusterlitz Sterlitz, τον Σεπτέμβριο του 1944, σε ηλικία 51 ετών, μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων.
Ο Hans Fallada θεωρείται συγγραφέας που ανήκει στο ρεύμα της Neue Sachlichkeit2 (Νέα Αντικειμενικότητα), που άκμασε την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919-1933). Ο σκοπός των συγγραφέων εκείνης της περιόδου ήταν η αντικειμενική και ακριβής απόδοση της πραγματικότητας. Περιέγραφαν την πραγματικότητα με ακρίβεια και χωρίς υπερβολές, για να ταρακουνήσουν τους ανθρώπους με τις υπάρχουσες ελλείψεις και μ’ αυτόν τον τρόπο να αλλάξουν την κοινωνία.
Το βιβλίο είναι δομημένο με μια σειρά, τη σειρά της αποσύνθεσης της ζωής και της προσωπικότητας του ήρωα. Γύρω δε απ’ αυτήν περιγράφει ο συγγραφέας με αφοπλιστική ρεαλιστικότητα το κοινωνικό περιβάλλον, τις πολιτισμικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις της εποχής. Από μία οπτική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «μια εφιαλτική αλληγορία της γερμανικής κοινωνίας του μεσοπολέμου».3 Η αποτύπωση με την πέννα του συγγραφέα των συνθηκών ζωής, ανθρώπινης επικοινωνίας και ιατρικής περίθαλψης μέσα στο ψυχιατρικό άσυλο, εκείνης της εποχής, είναι συγκλονιστική και μπορεί να διεγείρει σοβαρότατους προβληματισμούς για ανάλογα θέματα στις μέρες μας. Η παρουσίασή μου σήμερα εστιάζεται στην κατανόηση των ψυχικών συγκρούσεων του ήρωα, όπως αυτός σκιαγραφείται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου.
Ανάγνωση σημαίνει ότι κατανοώ ένα γραπτό κείμενο, μέσα από την αναγνώριση των συμβόλων του. Με τον όρο Ψυχαναλυτική Ανάγνωση εννοώ ότι ακολουθώ τον ήρωα στη διαδρομή του προσπαθώντας να κατανοήσω ψυχαναλυτικά τις αντιδράσεις του. Συμφωνώ με τον Wolf Detlef Rost4 ότι η ερώτηση που πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία της σκέψης μου είναι: «με ποιον τρόπο έχει συμβάλλει η προσωπικότητα και η ιστορία ζωής ενός ασθενή στο να αρχίσει αυτός να κάνει κατάχρηση του αλκοόλ. Για ποιον λόγο απέκτησε το αλκοόλ μια τόσο μεγάλη σημασία γι’ αυτόν».
Η γραφή του Fallada είναι λιτή. Δημιουργεί εικόνες. Σε παρασέρνει στις εικόνες του. Η κ. Έμη Βαϊκούση έχει κάνει μια μετάφραση, που ορκίζεσαι διαβάζοντάς το, ότι το βιβλίο έχει γραφτεί εξ αρχής στα ελληνικά.
«Der Trinker»… «Ο πότης»…
Είναι ένας σκληρός τίτλος. Προκαταλαμβάνει τον αναγνώστη. Προμηνύει ότι το περιεχόμενο θα είναι έντονο, βίαιο ίσως. «Πρέπει να πω ότι δεν έπινα από πάντα… αντιθέτως μάλιστα, ως τα τώρα το σιχαινόμουνα το ποτό…» είναι η πρώτη φράση και αμέσως από κάτω: «Ήμουνα εκ φύσεως χαρακτήρας αδύναμος, είχα ανάγκη να με συμπαθούν, να αναγνωρίζουν την αξία μου – μα δεν το έδειχνα. Με ήξεραν όλοι για άνθρωπο που πατάει γερά στα πόδια του, με αυτοπεποίθηση.» Από την αρχή που ο ήρωας συστήνεται στον αναγνώστη, δηλώνει ότι έχει επίγνωση της βαθύτερης αλήθειας του εαυτού του.
Από την πρώτη αρχή ο συγγραφέας τονίζει ότι πρέπει να αναζητήσουμε το νόημα στον χώρο της ψυχικής πραγματικότητας του ήρωα και στις λεπτομέρειες της συμπεριφοράς. «Στην αρχή τα σημάδια ήταν αδιόρατα – μικροπράγματα. Άλλος στη θέση μου δεν θα έδινε σημασία.» Σε όλο το βιβλίο, ο συγγραφέας έχει στραμμένη τη ματιά του στα «μικροπράγματα» των ανθρώπινων συμπεριφορών. Σ’ αυτά τα «μικροπράγματα» είναι κρυμμένη η έκφραση του ασυνειδήτου, δηλαδή η εσωτερική αλήθεια.
Στο πρώτο κεφάλαιο παραθέτει όλα τα στοιχεία που αρκούν για να σκιαγραφηθεί η προσωπικότητά του, η προσωπικότητα της γυναίκας του, η μεταξύ τους σχέση, οι συνθήκες της ζωής τους και η λειτουργία της επίδρασης του αλκοόλ στον ψυχισμό του. Η πρώτη σκηνή, που αναγγέλλει την έναρξη της πορείας για την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης στη μέχρι τώρα ζωή του, διαδραματίζεται ένα συνηθισμένο απόγευμα όταν γυρνάει στο σπίτι του από τη δουλειά, με έναν τσακωμό με τη γυναίκα του, για μια απολύτως ασήμαντη αφορμή. Το χαλάκι της εισόδου δεν ήταν στη θέση του και δεν είχε που να σκουπίσει τα λασπωμένα παπούτσια του, με αποτέλεσμα να λερώσει το χαλί του χωλ κι εκείνη να τον επιπλήξει. «Κοίτα πως το ’κανες πάλι… τόσο ωραίο χαλί! Μα τέλος πάντων δεν θα μάθεις ποτέ να σκουπίζεις τα παπούτσια σου;» «όφειλες να σκεφτείς να βγάλεις τα παπούτσια σου πριν μπεις μέσα!»
Περιγράφει τα συναισθήματα που γεννήθηκαν μέσα του μ’ αυτή την παρατήρηση και τον τρόπο που αντέδρασε. «Βουβάθηκα από την οργή που με κατέκλυζε. Την κοίταξα έτοιμος να πάρω φωτιά. […] Οι μικροδιαξιφισμοί επαναλήφθηκαν ως την ώρα του δείπνου, όπου κάναμε μια πολύ σοβαρή συζήτηση, με αίσιο τέλος. Η έμπνευση να φέρω το κόκκινο κρασί που μας είχαν προσφέρει κάτι φίλοι, απ’ το κελάρι όπου είχε μείνει ξεχασμένο ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια, μου ήρθε εντελώς ξαφνικά, ακόμα δεν ξέρω γιατί. Ίσως συνδύασα άθελά μου τα αισθήματα που μου προκάλεσε αυτή μας η συμφιλίωση με περιστάσεις γιορτινές, ένα γάμο, ας πούμε, ή μια βάφτιση. Η Μάγδα αιφνιδιάστηκε με την πρότασή μου, είπε ωστόσο ‘ναι’, χαμογελώντας. Ήπια μισό ποτηράκι μόνο, παρ’ όλο που το κρασί, εκείνο ειδικά το βράδυ, έπαψε ξαφνικά να μου φαίνεται στυφό. Η διάθεσή μου έφτιαξε, κι έτσι κατάφερα να της μιλήσω για τις σκοτούρες μου στη δουλειά – όχι βέβαια για τις πραγματικές, γι’ αυτές δεν είπα λέξη, αντίθετα μάλιστα η αφήγησή μου μετέτρεψε τα απανωτά στραπάτσα σε μεγαλειώδεις επιτυχίες…» (σελ. 12-13)
Μέχρι σήμερα όλοι οι ψυχαναλυτές συμφωνούν, ότι πίσω από την επαναλαμβανόμενη λήψη ουσιών κρύβονται σοβαρές πρώιμες ψυχικές διαταραχές και ότι η εξάρτηση προφυλάσσει από περαιτέρω κατακερμάτιση και καταστροφή του Εαυτού. Δηλαδή είναι σαν να λέει κάποιος «χρειάζομαι το αλκοόλ για να μη χάσω τον Εαυτό μου».
Στο βιβλίο περιγράφεται αριστοτεχνικά αυτή η πάλη του ήρωα με τα όρια του Εαυτού του, η προσπάθεια που καταβάλλει για να διατηρήσει την αυτοεκτίμηση και τη συγκρότησή του. Η λέξη «πάλη» στην ψυχαναλυτική γλώσσα υποδηλώνει τη σύγκρουση και την αμφιταλάντευση. Τη μια στιγμή παραδέχεται ότι είναι «…φυλακισμένος στη θλίψη της απόλυτης ματαίωσης» και λίγο μετά κατακλύζεται από μια υπέρμετρη αισιοδοξία, σχεδόν μία αίσθηση παντοδυναμίας: «όλα θα φτιάξουν», «μπορείς να ξαναρχίσεις κάθε στιγμή». Η διέξοδος σ’ αυτή την ατέρμονη πάλη δίνεται αυθόρμητα: «προτίμησα να αποδράσω απ’ όλα, να πάω στην εξοχή». Κι εκεί «στην εξοχή»…, στο άθλιο πανδοχείο, με «μια κοπέλα, σαν ξεχτένιστη, με βρώμικη ποδιά», προχωράει στο αποφασιστικό βήμα της σύνδεσής του με το αλκοόλ, όχι βέβαια χωρίς αμφιταλάντευση.
Γράφει (σελ. 25-27): «Η παρόρμηση της στιγμής ήταν να κάνω επιτόπου στροφή και να φύγω. Όμως η δίψα, κι ακόμα πιο πολύ η αίσθηση πως θα ξαναβρισκόμουνα κατάμονος με τα σκοτάδια μου μ’ έκαναν να πλησιάσω στον πάγκο.» Και πάλι όμως διστάζει. Ζητάει κάτι «οτιδήποτε, ίσα να μου πάρει τη δίψα». Το αποφασιστικό βήμα πυροδοτείται από τη συγκυρία της στιγμής. Η κοπέλα δεν του δίνει σημασία. Μιλάει με έναν νεαρό άντρα που πίνει σναπς. Του βάζει αδιάφορα μια μπύρα. Η μπύρα του δίνει ένα αίσθημα «ανάτασης»… αλλά ο «άλλος» πίνει σναπς, κάτι πιο δυνατό, κάτι πιο αντρικό. «Βάλτε μου κι εμένα», είπε ξαφνικά.
Το αποφασιστικό βήμα είχε γίνει. Η σκηνή που ακολουθεί είναι συγκλονιστική: «Κοίταξα τώρα για πρώτη φορά την κοπέλα. Σήκωσε αργά τα βαριά της βλέφαρα, με κοίταξε με μάτια ανοιχτόχρωμα και βλέμμα διεισδυτικό, όλο νόημα. ‘Σναπς;’ ρώτησε. ‘Σναπς’, είπα. Η κοπέλα άπλωσε το χέρι της να πάρει ένα μπουκάλι, κι εγώ αναρωτιόμουν αν με κοίταξε ποτέ στη ζωή μου θηλυκό τόσο ξεδιάντροπα. Ένοιωσα στο βλέμμα αυτό πως είχε τη δύναμη να με διαπεράσει ολόκληρο, ως τα έγκατα του ανδρισμού μου, σαν για να μάθει, πόσο αξίζω σαν άντρας… κι ένοιωσα μέσα μου βαθιά το αίσθημα μιας ηδονικά αιχμηρής προσβολής από τα μάτια αυτά, που μου έδειχναν τη γύμνια μου. Έσπρωξε πάλι το γεμάτο ποτήρι συρτά πάνω στον τσίγκινο πάγκο, τα βλέφαρα χαμήλωσαν πάλι, στράφηκε στον νεαρό της… η καταδίκη μου είχε υπογραφεί.»
Από εδώ και μετά ο Ervin Sommer γίνεται ο άνθρωπος «που έχει χάσει την ελευθερία να συγκρατείται στο να πίνει», για να χρησιμοποιήσω τα λόγια που ο Pierre Fouquet χρησιμοποίησε για να δώσει τον ορισμό του αλκοολικού. Ο Freud αντιλαμβανόταν το «μεθύσι» (der drogenbedingte Rausch) ως ένα ισοδύναμο ή υποκατάστατο για τον οργασμό (Trieberfüllung). Ο Sandor Rado5 διατύπωσε το 1934 την άποψη ότι για ένα αδύναμο Εγώ, η ουσία λειτουργεί ως προφύλαξη από τα ερεθίσματα. Η επαναλαμβανόμενη χρήση της οδηγεί σε μια «φαρμακοθυμική», όπως την ονομάζει, ρύθμιση του Εγώ (pharmakothyme Steuerung des Ich).
Μέσα στα 100 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την εποχή του Freud μέχρι σήμερα, η εξέλιξη της ψυχανάλυσης πρόσθεσε και άλλες οπτικές κατανόησης της σχέσης του ανθρώπου με την ουσία (το αλκοόλ στην προκειμένη περίπτωση). Στη γλώσσα της ψυχολογίας του Εγώ, κάποιος πίνει για να προστατευτεί από μια αφόρητη εσωτερική αγωνία (Spannung), πίνει για να «ξεχάσει» τον φόβο του, την ενοχή του ή τη ντροπή του. Η ψυχολογία του εαυτού πρόσθεσε την οπτική της αναγκαίας αντιστάθμισης μπροστά σε μια απειλητική ναρκισσιστική κατάρρευση. Με άλλα λόγια, με το ποτό παύει κανείς να αισθάνεται το αφόρητο αίσθημα προσωπικής κατωτερότητας και περιφρόνησης ή μίσους για τον εαυτό του. Το ποτό μπορεί να κινητοποιήσει ακόμα μια αίσθηση ψυχικής ανύψωσης του εαυτού ως και αισθήματα παντοδυναμίας. Ο τρόπος που επενεργεί το ποτό σ’ αυτή την περίπτωση είναι απολύτως ανάλογος με τον τρόπο που μια επιτυχία σ’ ένα τυχερό παιχνίδι ή ακόμα και στην εργασία δίνει στο άτομο την αίσθηση ανωτερότητας, μεγαλείου ή παντοδυναμίας του εαυτού.
Οι πιο σύγχρονες ψυχαναλυτικές θεωρίες στρέφουν την προσοχή τους στη σχέση του ατόμου με το αντικείμενο (Objektbeziehungstheorie). Ο εξαρτημένος χρησιμοποιεί την ουσία ως να ήταν ένα αντικείμενο σχέσης (Beziehungsobjekt). Στη γλώσσα της ψυχανάλυσης, «αντικείμενο» (Objekt) λέγεται οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσον για την ικανοποίηση ψυχικών αναγκών. Οτιδήποτε με το οποίο μπορεί να αναπτύξει κανείς μια σχέση. Μπορεί να είναι καλό, κακό, ολόκληρο, μερικό, εσωτερικό (φαντασιωτικό), εξωτερικό (πραγματικό), μπορεί να είναι πρόσωπο ή πράγμα. Το αντικείμενο μπορεί να έχει διάφορες ιδιότητες, αλλά και η σχέση μαζί του μπορεί να έχει διάφορες ποιότητες, να είναι σταθερή, αμφίρροπη (ambivalent) κ.λπ. Η σχέση του εξαρτημένου με την ουσία είναι ακραία αμφίρροπη και αμφιθυμική. Από τη μια επιδρά παρηγορητικά, καθησυχαστικά, απομακρύνει τους φόβους ή τονώνει το ηθικό και ανυψώνει το αίσθημα της αξίας του εαυτού… από την άλλη όμως προκαλεί δυστυχία, αισθήματα ενοχής και ντροπής, σωματικές αρρώστιες, σωματική και ψυχική καταστροφή μέχρι και θάνατο. Κατά μια έννοια, η σχέση του εξαρτημένου με την ουσία έχει πολλές ομοιότητες με τον σαδομαζοχιστικό τρόπο επεξεργασίας ψυχικών συγκρούσεων ή και με τις αντιφατικές, αμφίρροπες, εναλλασσόμενες σχέσεις των μεθοριακών ασθενών. 6
Παρατηρώντας τη σκηνή της προσχώρησης στο αλκοόλ, διαπιστώνω πόσο αριστοτεχνικά συμπύκνωσε ο συγγραφέας σε μια εικόνα τη θεμελιώδη ψυχική σύγκρουση του ήρωά του και τη λύση που αυτός δίνει στο βάσανό του. «Δεν είμαι ικανός, άρα δεν είμαι άντρας… όχι είμαι ικανός, είμαι άντρας… με το ποτό αποδεικνύω ότι είμαι άντρας». Στη λέξη «άντρας» συμπυκνώνονται όλες οι αρετές του ανθρώπου (ικανότητα, θάρρος, αξιοπρέπεια, περηφάνια, τιμή, γενναιοδωρία) και υπονοείται υπογραμμίζεται η υπεροχή. Φυσικά και η υπεροχή απέναντι στη γυναίκα. Υπάρχει βέβαια και η λέξη «αντριλίκι», «machismo», «μάγκας», στην οποία προσδίδεται συνήθως αρνητικό νόημα. «Ο μάγκας που πουλά αντριλίκι» είναι η εικόνα της καρικατούρας του άντρα… Με τα λόγια του Murray Bilmes, ψυχαναλυτή από τη Καλιφόρνια:7 «Το να είσαι άντρας απαιτεί να αντισταθείς στην «επαίσχυντη» παλινδρόμηση στη βρεφική εξάρτηση από τη μητέρα. Ο άντρας πρέπει να εγκαταλείψει τον Κήπο της Εδέμ και να πάει να αντιμετωπίσει τον κόσμο. Το να είσαι «μάγκας» διατυμπανίζει την αποτυχία να είσαι άντρας.»
Δηλαδή, το αντριλίκι, αυτό το είδος της βίαιης συμπεριφοράς, που προέρχεται από την ήττα στην αντίσταση απέναντι στην ανάγκη της παλινδρόμησης, επιφέρει αισθήματα ταπείνωσης και ανασφάλειας, τα οποία κινητοποιούν διάφορους παθολογικούς αμυντικούς μηχανισμούς. Η εξάρτηση από το αλκοόλ και τις ουσίες είναι κάτι το πολύ συνηθισμένο σ’ αυτές τις περιπτώσεις.
Θα μπορούσα να πω ότι η ιστορία του Ervin Sommer είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που δυσκολεύεται πολύ να ζήσει έξω από τον «Κήπο της Εδέμ». Ενός ανθρώπου που έχει απόλυτη ανάγκη μιας στήριξης μητρικού τύπου για να τα βγάλει πέρα στη ζωή του. Κάθε σελίδα του βιβλίου, κάθε σκηνή που περιγράφει ο Fallada μπορεί να γίνει αντικείμενο ψυχαναλυτικής εργασίας. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κλινικό υλικό. Είναι απόλυτα ρεαλιστικές.
Σε όλο το βιβλίο καταγράφεται με καθαρότητα η κεντρική σύγκρουση του ήρωα. Από τη μια αναγνωρίζει την ανάγκη να έχει τη στήριξη της γυναίκας του και την ίδια στιγμή προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι δεν την χρειάζεται. Η πράξη όμως του δείχνει κάθε φορά ότι η ανάγκη υπερτερεί. Μόνος του δεν τα καταφέρνει. Προσπαθεί να διαψεύσει αυτό που αναγνωρίζει ως αληθινό στον εαυτό του, «μισεί» τον εαυτό του γι’ αυτή του την ανάγκη. Πώς όμως μπορεί να ζει κανείς μισώντας τον εαυτό του; Η προβολή έρχεται αναπόφευκτη: «δεν είμαι εγώ αδύναμος… αυτή με καταστρέφει…».
Το συναίσθημα της «ντροπής» παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του αλκοολισμού. «Η ντροπή δημιουργείται όταν το Εγώ αντιλαμβάνεται ότι δεν ανταποκρίνεται στο Ιδανικό Εγώ…. Αυτή είναι μια πολύ επώδυνη διαπίστωση που ο άνθρωπος μπορεί να κάνει για τον εαυτό του. Είναι δηλαδή μια υπόθεση ενδοψυχική. Σ’ ένα δεύτερο στάδιο εξελίσσεται το βίωμα της ντροπής σ’ ένα δια-προσωπικό βίωμα…. «ντρέπομαι μπροστά στον άλλο», όπως εξηγεί ο Konrad Schüttauf.8
Επίσης, ο Jean-Paul Descombey9 γράφοντας το λήμμα «Alcoholism» στο «International Dictionary of Psychoanalysis» επισημαίνει: «Η ντροπή είναι διαφορετική από την ενοχή. Το υπερεγώ του αλκοολικού είναι απαιτητικό, αλλά «διαλύεται στο αλκοόλ» (Simmel, 1930). Δεν υπάρχει ισχυρή θετική εικόνα με την οποίαν να ταυτίζεται. Ταύτιση όμως, μπορεί να υπάρχει και με κάποιο μισητό πρόσωπο και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε «μίσος για τον εαυτό». Η συγκαταβατική και ταυτόχρονα απαιτητική μητέρα, η οποία δημιουργεί ανασφάλεια, είναι το αντικείμενο αντίστροφων φαντασιώσεων (εξιδανίκευση).» Και διαπιστώνει ότι «το αλκοολικό βραχυκύκλωμα δεν αφήνει χώρο για την εγκατάσταση της απώλειας». Στη αρχή, ο ήρωας παραδέχεται ότι χρειάζεται τη στήριξη και την αποδοχή της γυναίκας του για να τα βγάλει πέρα στη ζωή.
Περιγράφει τη σχέση τους (σελ. 16-19): «Είχαμε παντρευτεί από έρωτα, ήμασταν τότε και οι δύο υπάλληλοι και τρέχαμε μαζί στις δουλειές μας μ’ ένα βαλιτσάκι στο χέρι. Πού χάθηκαν αυτά τα πρώτα χρόνια του γάμου μας, όταν οι χιλιάδες στερήσεις ούτε μια τόση δα σκιά δεν έριχναν στην ευτυχία μας. […] Η Μάγδα ήταν ταλέντο στη διαχείριση του νοικοκυριού μας. […] Ύστερα ήρθε εκείνη η τολμηρή, γεμάτη ένταση, περίοδος της επαγγελματικής μου αυτονόμησης, όταν έστηνα με τη βοήθειά της μια δική μου επιχείρηση. […] Παιδιά δεν κάναμε, αν και το θέλαμε πολύ. Κάποια στιγμή η Μάγδα άλλαξε γνώμη και διάθεση, και τότε το βγάλαμε από το μυαλό μας το θέμα αυτό. […] Μ’ έκανε απόλυτα ευτυχισμένο. […] Όταν η επιχείρηση είχε πια βρει το ρυθμό της, έφυγε ο ενθουσιασμός των πρώτων χρόνων. […] Βρήκαμε όμως αμέσως υποκατάστατο στο χτίσιμο του σπιτιού μας […] από ερωτευμένοι γίναμε σύντροφοι […] δεν χάσαμε τίποτα». Χωρίς τη Μάγδα «οι δουλειές πήραν τη κάτω βόλτα […]. Μόνο όταν άρχισαν τα καβγαδάκια, κατάλαβα πόσο είχαμε αποξενωθεί αυτά τα τελευταία χρόνια που εκείνη είχε τις δουλειές της στο σπίτι και εγώ στο μαγαζί».
Στάθηκα στη λέξη «αποξενωθεί» γιατί το νόημα που καταλάβαινα ήταν «δεν με φροντίζει πια». Η σχέση τους έχει χαρακτηριστικά μητέρας και παιδιού: «Πρόσεχε τέλος πάντων λιγάκι, βρε Έρβιν!» «Μα τέλος πάντων δεν θα μάθεις ποτέ να σκουπίζεις τα παπούτσια σου;» Όταν ένα παιδί νοιώθει «αποξενωμένο» από τη μάνα του, αισθάνεται ότι η μητέρα του το έχει εγκαταλείψει και δεν φροντίζει πια για τις ανάγκες του. Οι συνεχείς καυγάδες από τη μεριά του ήρωα, έχουν το νόημα της διεκδίκησης της επιστροφής στην πρότερη κατάσταση συμβιωτικής ασφάλειας. Από τη μεριά της συζύγου, μοιάζει να σημαίνουν την απόκρουση μιας τέτοιας προοπτικής.
Η προσωπικότητα της Μάγδας και ο τρόπος επικοινωνίας του ζευγαριού ολοκληρώνουν την εικόνα της συνθήκης που οδηγεί στη διάλυση της σχέσης. Δεν υπάρχει ούτε μια σκηνή στην οποία η Μάγδα να δείχνει με κάποιο τρόπο empathy ως προς την ψυχική κατάσταση του συζύγου της. Η υπηρέτρια του σπιτιού δείχνει συμπόνια, εκείνη στέκεται απέναντί του μόνο με στάση επίκρισης ή νουθεσίας. Η κατανόησή της για ό,τι του συμβαίνει σε ψυχικό επίπεδο συμπυκνώνεται στη φράση «είσαι άρρωστος», «να πάμε σ’ ένα γιατρό να σε εξετάσει». Ο άντρας της υπάρχει μόνο με την έννοια: είναι άξιος. Όταν δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, δεν έχει αξία, τον παρακάμπτει, τον νουθετεί, τον τιμωρεί, τον ακυρώνει με κάθε τρόπο και αναλαμβάνει αυτή τις δικές του ευθύνες.
Ο Σταύρος Μέντζος, στο βιβλίο του «Interpersonale und institutionalisierte Abwehr», παραθέτοντας τις σκέψεις του J. Willi υπογραμμίζει:10 «Η σύγκρουση μέσα στα πλαίσια της ασυνείδητης συμπαιγνίας του ζευγαριού έχει την τάση να μοιράζεται στην πόλωση των ρόλων των συζύγων. Όταν και οι δύο χρειάζεται να αντιμετωπίσουν αισθήματα κατωτερότητας, η αλληλεξάρτηση εκφράζεται συνήθως με τον έναν να αποτυγχάνει στις αμυντικές του προσπάθειες και τον άλλο να αντιδρά επιτιθέμενος. Στη σχέση με τον αποτυχημένο, τον φοβισμένο, τον αδύναμο, τον εγκληματία, τον πότη, τον εξαρτημένο κ.λπ. δεν χρειάζεται να βιώνει κανείς πια την επιθετικότητά του σαν άμυνα, αλλά σαν φωτεινό παράδειγμα (υπόδειγμα) της αρετής και σταθερότητας του χαρακτήρα, κατά έναν τρόπο σαν κοινωνική αναγκαιότητα.». Η στάση της Μάγδας είναι σε συμφωνία με τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής.
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, ο Έρβιν έχει χάσει πια κάθε ίχνος αξιοπρέπειας απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Είναι απολύτως αναμενόμενο να προσπαθήσει να κρατηθεί, για να μην διαλυθεί εντελώς, από άμυνες (παντοδυναμία, φαντασιωτική υπεραναπλήρωση, άρνηση, σχάση) που ενισχύουν μέσα του το αίσθημα αξίας του εαυτού του. Ο δρόμος για το ποτό έχει ανοίξει.
Η σκηνή της άμεσης σύγκρουσης της Μάγδας με τον Έρβιν (Σελ.76-77) είναι χαρακτηριστική: «Δεν θες να πας στον γιατρό. Δεν θέλεις τίποτα άλλο εξόν από το να πίνεις και να κάνεις κακό στον εαυτό σου και στους γύρω σου. Εγώ όμως δεν θα σε αφήσω να καταστρέψεις ούτε εμένα ούτε την επιχείρηση. Με τον εαυτό σου κάνε ό,τι γουστάρεις, αφού δεν θες ν’ ακούσεις κανέναν. Τότε όμως θα πάρω κι εγώ τα μέτρα μου». «Και δεν πα’ να τα πάρεις…» την ειρωνεύτηκα… «εσύ θα την πατήσεις… και για να ’χουμε καλό ρώτημα, τι ακριβώς σκοπεύεις να κάνεις;» Το ύφος μου την είχε εξαγριώσει. «Να σου πω ευχαρίστως: πρώτα απ’ όλα θα σε χωρίσω!» «Για φαντάσου!» χλεύασα. «Θα με χωρίσεις λοιπόν! Αν το ’ξερα πως είχες τέτοιο σκοπό, θα φρόντιζα να σου έδινα αφορμή από καιρό. Αλλά και πάλι, δεν είναι αργά. Και τι άλλο σκοπεύεις να κάνεις;» Όμως η Μάγδα δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο την κουβέντα. «Θα δεις και μόνος σου», είπε… κάθισε πάλι στο γραφείο της κι άνοιξε τα χαρτιά της. «Έχω υπομονή εγώ», απάντησα. Πήρα το μπουκάλι το κονιάκ και το έβαλα μέσα στην τσάντα της δουλειάς μαζί με το κολατσιό που δεν είχα αγγίξει.
Ο αμερικανός ψυχαναλυτής Robert Waska11 παρατηρεί: «Οι ουσίες παρέχουν μια προσωρινή μέθοδο για να κρυφτεί κανείς από το αντικείμενο και προλαβαίνουν τη σύνδεση ή το μεγάλωμα. Γι’ αυτούς τους λόγους, η εξάρτηση μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια μορφή ψυχικής υποχώρησης. Οι ουσίες παρέχουν ένα τεχνητό διάλειμμα από το αίσθημα ενοχής ότι δεν υπηρέτησες το αντικείμενο, ένα διάλειμμα από αισθήματα κριτικής, ελέγχου και τιμωρίας από το θυμωμένο αντικείμενο και έναν δρόμο για να παραποιήσει κανείς μέσα του τη συμβιωτική ταύτιση με το αντικείμενο. Όταν λέω οι ουσίες παρέχουν ένα διάλειμμα, εννοώ μια ψεύτικη αίσθηση ασφάλειας, εκδίκησης και ανακούφισης. Οι ουσίες στην πραγματικότητα αποτελούν μέρος μιας αυτοκαταστροφικής δυναμικής προβλητικής ταύτισης, η οποία αναπόφευκτα φέρνει στο προσκήνιο τα ίδια στοιχεία που ο ασθενής προσπαθεί να αποφύγει.»
Από δω και μπρος, αισθήματα παντοδυναμίας και μεγαλείου, όπως και καταφυγές στη φαντασιωτική εκπλήρωση της επιθυμίας είναι το τελευταίο καταφύγιό του πριν από την ολοκληρωτική κατάρρευση του εαυτού. Όσο δεν θα επιτυγχάνεται η επανόρθωση της εικόνας του εαυτού του, όσο θα έρχεται αντιμέτωπος με την αποτυχία να επιβληθεί σαν άντρας στη Μάγδα, τόσο η συμπεριφορά του θα διολισθαίνει προς την κατεύθυνση της άξεστης βιαιότητας και της φαντασιωτικής υπεραναπλήρωσης. Μέσα του βαθιά γνωρίζει ότι το παιγνίδι είναι χαμένο, αλλά το ποτό του δίνει μια αίσθηση παντοδυναμίας: «Θα δει τώρα η καλή σου με ποιον πάει να τα βάλει».
Η μόνη σταθερή του σχέση είναι αυτή με το ποτό. Το ποτό γίνεται το σταθερό του αντικείμενο σχέσης (Beziehungsobjekt), το σταθερό του αντικείμενο αγάπης, και παραμένει έτσι ως το τέλος. Η ζωή του στον κόσμο που αρχίζει να βυθίζεται έχει απόλυτους παραλληλισμούς, σε ψυχικό επίπεδο, με τη ζωή απ’ την οποία έφυγε και την οποία μάχεται. Μόνο που εδώ η αστική εντιμότητα αντιστοιχεί με την απάτη, η καλυμμένη βία αντιστοιχεί με την πρόστυχη βιαιότητα, η ψυχρή, γεμάτη με νουθεσίες απόρριψη της γυναίκας του αντιστοιχεί στην πρόστυχα θερμή, ύπουλη προδοσία της γυναίκας του πανδοχείου. Ο νόμος του ισχυρότερου είναι ο ίδιος παντού. Η εξουσία είτε στον κόσμο, είτε στον υπόκοσμο είναι το ίδιο αμείλικτη. Ο Έρβιν είναι παρείσακτος και στον ένα και στον άλλο κόσμο. Είναι αδύναμος και στον ένα και στον άλλο κόσμο. Πίνοντας σταθερά και συνέχεια, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στους δύο κόσμους… Δεν θέλει να αφήσει τα προνόμια του παλιού κόσμου, αλλά ούτε και τις φαντασιωτικές απολαύσεις που περιμένει να του φέρει ο καινούργιος. Τα αισθήματα παντοδυναμίας που διεγείρει μέσα του το ποτό συσκοτίζουν κάθε δυνατότητα ορθής κρίσης και βυθίζεται όλο και περισσότερο σ’ αυτόν τον παράλληλο κόσμο που βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα του παλιού. Συνεχώς ταλαντεύεται πότε προς τη μία κατεύθυνση, πότε προς την άλλη, με αμφιθυμική διάθεση και προς τη μια και προς την άλλη.
Ο σημαντικότερος όμως ψυχικός του πόθος είναι να συνδεθεί και πάλι με τη γυναίκα. Χωρίς αυτή τη σύνδεση είναι χαμένος. Η ανάγκη παλινδρόμησης σε μια βρεφική κατάσταση σύνδεσης με τη γυναίκα μητέρα είναι επιτακτική. Το ποτό του έχει αφαιρέσει κάθε αναστολή. Ό,τι ήταν ρεαλιστικό και πραγματικό στη σύνδεσή του με τη Μάγδα γίνεται φαντασιωτικό και άρρωστα μεγαλομανιακό στη σύνδεσή του με την Έλινορ, τη γυναίκα του πανδοχείου. Αυτό που δεν αναιρείται είναι η ανάγκη του για αποδοχή από τη γυναίκα μητέρα, η ανάγκη να τον πάρει αγκαλιά και να τον παρηγορήσει σαν να ήταν μικρό παιδί.
Όλα φαίνεται να αλλάζουν όταν μπαίνει στη φυλακή, με αφορμή μια βίαιη επίθεση εναντίον της γυναίκας του σε κατάσταση μέθης. Το αλκοόλ βγαίνει αναγκαστικά από τη ζωή του.
Κι όπως λέει «… η απεξάρτηση… ήταν πιο εύκολη απ’ ότι περίμενα.» (σελ. 174).
(Η ίδια παρατήρηση γίνεται και στα κλειστά τμήματα απεξάρτησης.)
Κρίνεται ως άτομο με μειωμένο καταλογισμό και μεταφέρεται στο ψυχιατρείο. Σε μέρη όπως η φυλακή ή το άσυλο, δεν υπάρχουν δυνατότητες ελεύθερων επιλογών. Η ζωή ορίζεται από τους διοικούντες. Η προσαρμογή είναι ο κανόνας επιβίωσης.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, αρχίζει να σχετίζεται με ανθρώπους, χωρίς τη διαμεσολάβηση της ουσίας ή οπουδήποτε άλλου αντικειμένου (δηλαδή, όχι όπως τότε με τη γυναίκα του μέσα από την κοινή δουλειά, το κτίσιμο του σπιτιού κ.λπ.). Ανακαλύπτει τους ανθρώπους, τις ιστορίες τους, την προσωπικότητά τους, τα συναισθήματά τους. Έχει τις πρώτες εμπειρίες πραγματικών σχέσεων στη ζωή του.
Κι εδώ βιώνει βία, όμως με διαφορετικό τρόπο. Εδώ είναι μέλος της ομάδας των ανθρώπων που δέχονται τη βία των κανόνων λειτουργίας του ιδρύματος. Εκ των πραγμάτων είναι υποτελής, δηλαδή εξαρτημένος από μια ισχυρότερη απ’ αυτόν εξουσία. Δεν βιώνει σύγκρουση μέσα του.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν πίνει ούτε γουλιά και δεν το αποζητάει καθόλου. Εξωτερικά προσαρμόζεται απόλυτα στις συνθήκες που του εξασφαλίζουν μια ασφαλή επιβίωση. Μέσα του όμως δεν έχει αλλάξει τίποτα. Συνεχίζει να καταφεύγει σε φαντασιώσεις μεγαλείου και φυγής, παρ’ όλο που η συμπεριφορά του δείχνει ότι έχει βυθιστεί στην απάθεια. Με άλλα λόγια παραμένει αλκοολικός, παρ’ όλο που δεν πίνει.
Μόλις γεννιέται η ελπίδα της ελευθερίας του (λόγω καλής διαγωγής στο ίδρυμα, θεωρείται ελεύθερος συμπτωμάτων και μπορεί να πάρει εξιτήριο, εφ’ όσον η γυναίκα του, ως «υπέρτερη» αυτού αναλάβει την κηδεμονία του), παρορμητικά, χωρίς καμία επεξεργασμένη σκέψη, εξωτερικεύει τον παντοδύναμο εαυτό του και προχωράει σε κινήσεις, ως να ήταν ήδη ελεύθερος και κυρίαρχος του εαυτού του, περιφρονώντας τις προειδοποιήσεις και τις συμβουλές των άλλων. Σε μια κρίση παντοδυναμίας, σίγουρος ότι η Μάγδα έχει μετανιώσει που τον έβαλε στο άσυλο, με τη σκέψη ότι κι αυτός από τη μεριά του πρέπει να σταθεί ως άξιος άντρας δίπλα της και να δείξει έμπρακτα τη συγχώρεσή του για τις πράξεις της, προχωράει σε μια κίνηση έμπρακτης εμπιστοσύνης στο πρόσωπό της. Παραδίδει με πληρεξούσιο τη διαχείριση της επιχείρησής του στη γυναίκα του και συντάσσει τη διαθήκη του αφήνοντας της όλη του την περιουσία.
«Η Μάγδα επίσκεψη στο νεκρόσπιτο! Η ζωή επέστρεφε επιτέλους: αφού ήρθε να με δει, σύντομα θα μ’ έπαιρνε και στο σπίτι… Μια βαθιά συγκίνηση, μια απέραντη αγάπη για τη γυναίκα μου πλημμύρισαν την καρδιά μου.» «Ήμουνα αποφασισμένος να της δείξω, ήδη σ’ αυτή την πρώτη μας συνάντηση, πόσο βαθιά την αγαπάω… πως οι μέρες της αποξένωσης παρήλθαν οριστικά… πως είμαι ανοιχτός να αφεθώ με εμπιστοσύνη στα χέρια της.» (σελ. 357)
Η εξήγηση που μπορεί να δοθεί, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι το κλειστό περιβάλλον της φυλακής και του ασύλου επίδρασε στον ψυχισμό του ήρωα με τρόπο προστατευτικής μητρικής λειτουργίας. Το δίλλημα: «Δεν είμαι ικανός, άρα δεν είμαι άντρας… όχι είμαι ικανός, είμαι άντρας» δεν είχε λόγους να βρίσκεται στο προσκήνιο κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες. Διεγέρθηκε όμως αμέσως μόλις παρουσιάστηκε η προοπτική να βγει έξω από την ασφάλεια των τοίχων του ασύλου και κινητοποιήθηκαν στον ψυχισμό του οι ίδιοι, οι παλιοί, αμυντικοί μηχανισμοί.
Στην ύψιστη ψυχική του ματαίωση (Η Μάγδα ζητάει διαζύγιο και προχωράει τη ζωή της με άλλον άντρα και μάλιστα με τον ανταγωνιστή του στη δουλειά, τον οποίο αναγνώρισε ως ικανότερο απ’ αυτόν), το αλκοόλ είναι το μόνο αντικείμενο με το οποίο η σχέση του είναι τόσο ισχυρή που μπορεί να τον σώσει από την πλήρη ψυχική κατάρρευση και ταυτόχρονα να τον κρατήσει στην ασφάλεια του ασύλου. (Ακυρώνεται το εξιτήριο λόγω υποτροπής…!!!)
Ο Έρβιν διανύει μια μεγάλη διαδρομή μέσα στον πόνο, για να διαπιστώσει ότι η βασική ψυχική του σύγκρουση δεν έχει σε τίποτα επηρεαστεί και παραμένει πάντα ενεργή. Η ζωή του δεν έχει αξία χωρίς την άνευ όρων αποδοχή από τη γυναίκα μητέρα. Δεν έχει νόημα να παλεύει τίποτα πια. Δεν περιμένει τίποτα. Παραμένει στο άσυλο και οργανώνει τον θάνατό του. Μεθοδικά και κρυφά αρχίζει να πίνει από τα πτυελοδοχεία των φυματικών τροφίμων, για να κολλήσει φυματίωση. «Ά, όλα κι όλα, δεν θέλω να γεράσω εδώ μέσα, δεν θέλω να ψοφήσω σιγά σιγά. Θέλω να επιλέξω εγώ τον θάνατό μου, σαν ελεύθερος άνθρωπος.» ( σελ. 377) Φαντασιώνεται ότι ο τελευταίος σταθμός πριν τον θάνατό του, θα είναι ένα μεγάλο μεθύσι (« …θα μου κάνει το χατίρι – ο γιατρός – θα μου φέρει σναπς και θα πιω ξανά ύστερα από τόσα χρόνια στέρησης, θα αδειάσω το ποτήρι αργά, γουλιά γουλιά, αργά αργά θα γευτώ την ατέλειωτη ευτυχία»). Φαντασιώνεται ότι μέσα στο μεθύσι θα ενωθεί με τη γυναίκα μητέρα: «Θα με τραβήξει η βασίλισσά μου επάνω της, και θα χαθούμε μαζί στη λήθη αυτή, την αιώνια». «Αν είναι έτσι η τελευταία μου ώρα, τότε θα πω πως ήταν ευλογημένη η ζωή μου ολόκληρη, και δεν ήταν μάταιος ο πόνος»… είναι η τελευταία φράση του βιβλίου.
Αντί όποιας άλλης διατύπωσης για τη βασική ψυχική δομή του ήρωα που περιγράφει ο Hans Fallada, θα παραθέσω τα λόγια με τα οποία ο συγγραφέας περιέγραψε τον εαυτό του στο τελευταίο γράμμα που έστειλε στη μητέρα του, μέσα από την κλινική Charité, όπου νοσηλευόταν για αποτοξίνωση. «Κάτι μέσα μου δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, κάτι μου λείπει, ώστε να μην είμαι ένας κανονικός άντρας, μόνο ένας γερασμένος άνθρωπος, ένα γερασμένο γυμνασιόπαιδο.» 12
Και κάτι τελευταίο. Το πραγματικό όνομα του συγγραφέα ήταν Roudolf Ditzen (1893-1947). Κρύφτηκε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να καλύψει από τη μια την ταυτότητά του και να προστατεύσει από την άλλη τους συγγενείς του. Διάλεξε το ψευδώνυμο Hans Fallada με περίσκεψη: «Hans» ως τον καλό οιωνό που φέρνει τύχη κι ευτυχία από τον ήρωα του γνωστού παραμυθιού των αδερφών Grimm, «Ο τυχερός Γιάννης». «Fallada » από το όνομα του πιστού αλόγου της βασιλοπούλας στο παραμύθι «Το κοριτσάκι με τις χήνες», που προτίμησε να πεθάνει, παρά να πει ψέματα.
*Hans Fallada. Ο Πότης, μετάφραση Έμυ Βαϊκούση, Κίχλη, Αθήνα 2013
Βιβλιογραφία
1 Leo Navratil «Art brut und Psychiatrie» (Gugging 1946-1986) Wien: Brandstätter, 1999.
2 (http://de.wikipedia.org/wiki/Neue_Sachlichkeit_(Literatur)
3 (Αναστάσης Βιστωνίτης: εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ: 03/02/2013).
4 Wolf-Detlef Rost: «Erfahrungen aus der ambulanten Psychotherapie mit Alkoholabhängigen», 1998, Psychotherapeuten Forum Lg. 5 Nr. 6).
5 Rado, S. (1934): «Psychoanalyse und Pharmakothymie», Int. Z. Psychoanalyse 20 :16-32.
6 Σταύρος Μέντζος: «Lehrbuch der Psychodynamik, Die Funktion der Dysfunktionalität psychischer Störungen» Vandenhoeck & Ruprecht GmbH & Co. KG, Göttingen, 2010, 4., überarbeitete Auflage.
7 Bilmes, M. (1992). «Macho and Shame». Int. Forum Psychoanal., 1:163-168.
8 Κonrad Schüttauf, Bonn : «Die zwei Gesichter der Scham» Psyche Z Psychoanal 62, 2008, 840-865.
9 JeanPaul Descombey: «Alcoholism» International Dictionary of Psychoanalysis, ©2005 Gale Cengage.
11 Stavros Mentzos: «Interpersonale und institutionalisierte Abwehr» Suhrkamp Verlag, 1988.
12 Waska, R. (2006). «Addictions and the Quest to Control the Object». Am. J. Psychoanal., 66:43-62.
13 Herbert Schwenk: «Fieberhaft Flucht zu literarische Weltruhm», Edition Luisenstadt, Berlinische Monatsschrift Heft 12/2000 http://www.berlinische-monatsschrift.de/
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.