Δήμος Φωτόπουλος
Ψυχίατρος, Αντιπρόεδρος ΟΚΑΝΑ
σύναψις 39 [2015 – τόμος ΙΙ]
Στην αρχή ήταν τα πεζά: οι Γυναίκες, ο Άνθρωπος για όλες τις δουλειές, οι Σημειώσεις ενός πορνόγερου και αργότερα οι Ερωτικές Ιστορίες καθημερινής τρέλας. Υπήρχαν πάντα οι γυναίκες και το αλκοόλ. Όπως ακριβώς το λέει ο τίτλος: ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας. Εκείνη την εποχή –μέσα της δεκαετίας του ’80– νομίζαμε ότι πίνοντας θα γίνουμε και εμείς σπουδαίοι συγγραφείς. Εκείνη την εποχή –όντες μετέφηβοι– μας γοήτευε η δημιουργία στο περιθώριο, η επαφή με τους καταραμένους συγγραφείς. Αλήθεια ποιος θα περιγράψει τη γέφυρα ανάμεσα στον Ηλία Πετρόπουλο και τον Μπουκόφσκι;
Η ποίησή του μπήκε στη ζωή μας με έναν στίχο τραγουδιού από τους Τερμίτες: «Μωρό μου έχουμε αγαπηθεί, για αυτό συνέχισε να ροχαλίζεις». Μα καλά, ποιος γράφει τέτοιους στίχους «συνέχισε να ροχαλίζεις» και μετά με μια ποιητική συλλογή «Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση».
Από εκείνη την εποχή κρατάω σαν ανάμνηση την αμεσότητα του στίχου και τη χρήση προκλητικά καθημερινής γλώσσας. Κυρίως το υπαρξιακό ερώτημα σαν κλωτσιά στ’ άχαμνα (τι κάνω εγώ σε αυτόν τον κόσμο). Ο Γιάννης Λειβαδάς αργότερα, το 2007, γράφει: ως ένας από τους μείζονες δημιουργούς του περασμένου αιώνα, που επανέφερε τον άνθρωπο στο κέντρο του ποιητικού στόχου, επιβεβαιώνοντας τις τραγικές του μεταβολές, αλλά και το στίγμα της αρχέγονης ωραιότητάς του.1
Ας σταθούμε σε μερικά βιογραφικά του στοιχεία:
Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι γεννήθηκε το 1920 στη Γερμανία από αμερικανό πατέρα και γερμανίδα μητέρα. Η παιδική και εφηβική ηλικία του σημαδεύτηκαν από την προκατάληψη των Αμερικανών για τη γερμανική καταγωγή του, την αδιάκοπη κακοποίησή του από τον πατέρα του και την παραμόρφωση των χαρακτηριστικών του από μια επώδυνη μορφή ακμής. Από 19 έως 21 ετών παρακολούθησε μαθήματα δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας στο Los Angeles City College. Σε ηλικία 21 ετών μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για να γίνει συγγραφέας. Ωστόσο, το εγχείρημά του δεν απέδωσε… Σε ηλικία 24 ετών δημοσιεύει την πρώτη του ιστορία Aftermath of a Lengthy Rejection Slip στο περιοδικό Story και τα παρατάει επιστρέφοντας στο Λος Άντζελες. Εκεί γνώρισε μία από τις σημαντικότερες γυναίκες της ζωής του, την Τζάνετ Μπέικερ, δέκα χρόνια μεγαλύτερή του και αλκοολική, όπως κι ο ίδιος. Μαζί της μοιράστηκε τα επόμενα δέκα χρόνια της πορείας του. Στο ίδιο διάστημα περιπλανήθηκε σ’ όλη τη χώρα, δουλεύοντας ως οδηγός φορτηγού, χειριστής ασανσέρ, σε εργοστάσιο παρασκευής σκυλοτροφών κι άλλες «δουλειές του ποδαριού», που θα του εξασφάλιζαν τα προς το ζην και, κυρίως, το αλκοόλ, το οποίο κατανάλωνε σε μεγάλες ποσότητες. Το 1955, ο Μπουκόφσκι, παντρεμένος ήδη με την Μπάρμπαρα Φράι, εκδότρια ενός μικρού περιοδικού, γράφει για πρώτη φορά ποίηση, έπειτα από μια περιπέτεια της υγείας του, που λίγο έλειψε να αποβεί μοιραία.2
Ας αφήσουμε τον ίδιο να μιλήσει για τις περιπέτειές του και τη συγγραφή:³
-Σε κάποια φάση της ζωής σας, σταματήσατε το γράψιμο για δέκα ολόκληρα χρόνια. Για ποιο λόγο; Αυτό συνέβη το 1945. Απλώς τα παράτησα. Δεν το έκανα γιατί πίστευα ότι ήμουν μέτριος συγγραφέας. Πολύ απλά πίστευα πως δεν θα κατάφερνα ποτέ μου να εκδώσω τίποτα. Παράτησα το γράψιμο με κάποια αίσθηση απέχθειας. Το ποτό και το σπίτωμα γυναικών έγιναν η τέχνη μου. Σ’ αυτό τον τομέα δεν κατάφερα να δοξαστώ, αλλά απέκτησα τόση πολλή εμπειρία, την οποία χρησιμοποίησα αργότερα – ειδικά στα διηγήματα. Ο σκοπός πάντως, δεν ήταν να αποκτήσω εμπειρίες για να έχω υλικό να γράψω, αφού είχα βάλει τη γραφομηχανή στο ντουλάπι. Δεν ξέρω –αρχίζεις να πίνεις– συναντάς μια γυναίκα –θέλει και εκείνη ένα μπουκάλι– αρχίζεις να χάνεσαι μέσα στο ποτό – όλα τα υπόλοιπα εξαφανίζονται.
-Πώς σταμάτησε αυτό;
-Κόντεψα να πεθάνω. Κατέληξα στο Γενικό Νοσοκομείο με αίματα να τρέχουν από τον κώλο και το στόμα μου. Είπαν πως θα πέθαινα, μα αυτό δεν έγινε. Μου έδωσαν πολλή γλυκόζη και δέκα ή δώδεκα σακούλες αίμα. Με μετάγγισαν ασταμάτητα. Όταν βγήκα από το Νοσοκομείο ένιωσα πολύ περίεργα. Ένιωσα πιο γαλήνιος από ποτέ. […]
Έτσι ρίχτηκα ξανά στη γραφομηχανή κι έπιασα δουλειά σαν οδηγός φορτηγού. Άρχισα να πίνω τεράστιες ποσότητες μπύρας κάθε βράδυ μετά τη δουλειά και να δακτυλογραφώ όλα εκείνα τα ποιήματα. (Σου είπα πως δεν γνώριζα τι θα πει ποίημα, μα αυτό που έγραφα έμοιαζε να είναι κάτι τέτοιο.) Δεν είχα γράψει ποτέ πριν πολλά ποιήματα, ίσως δυο τρία, κάθισα όμως και άρχισα να γράφω ξαφνικά. Στη συνέχεια έγραψα και άλλα και βρέθηκα με όλα αυτά τα ποιήματα στα χέρια μου. Ξεκίνησα να τα ταχυδρομώ και άρχισαν να δημοσιεύονται. Αυτή τη φορά είχα σταθεί πιο τυχερός, και νομίζω πως το γράψιμό μου είχε γίνει όντως καλύτερο.
-Μπορείτε να γράφετε και να πίνετε την ίδια στιγμή;
-Είναι δύσκολο να γράφεις πρόζα όταν πίνεις, γιατί η πρόζα έχει πολλή δουλειά. Εμένα δε με βοηθάει. Είναι τόσο μη-ρομαντικό να γράφεις ένα πεζό πίνοντας.
Με την ποίηση τα πράγματα είναι διαφορετικά. Έχεις εκείνη την αίσθηση στο μυαλό σου, θέλεις να καταγράψεις τον στίχο που σπαρταράει. Γίνεσαι λιγάκι δραματικός όταν πίνεις, κάπως άγαρμπος. Κι αυτή η αίσθηση μου αρέσει. Συμφωνική μουσική στο ράδιο και καπνίζεις πούρο. Πίνεις τη μπύρα από το μπουκάλι και αρχίζεις να ξεδιπλώνεις εκείνους τους πέντεέξι, ή δεκαπέντε ή τριάντα σπουδαίους στίχους. Αρχίζεις να πίνεις και να γράφεις όλη τη νύχτα. Το επόμενο πρωί, βρίσκεις τα πάντα σκορπισμένα στο πάτωμα. Αφαιρείς τους κακούς στίχους, και έχεις τα ποιήματα. Γύρω στο εξήντα τοις εκατό των στίχων είναι για πέταμα. Με τους στίχους που απομένουν όμως, δημιουργείς ένα ποίημα. Δεν συνηθίζω να γράφω πάντοτε πιωμένος. Γράφω και όταν είμαι νηφάλιος, όπως και όταν είμαι πιωμένος, όταν έχω καλή ή κακή διάθεση. Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος.3
-Ο Γκορ Βιντάλ είπε κάποτε πως, πέραν δυο ή τριών εξαιρέσεων, όλοι οι αμερικανοί συγγραφείς ήταν μεθύστακες. Συμφωνείτε;
-Αρκετοί το έχουν πει αυτό. Ο Τζέημς Ντίκι είπε κάποτε πως τα δυο πράγματα που συνδέουν την ποί ηση είναι ο αλκοολισμός και η αυτοκτονία. […] Το ποτό έχει να κάνει με το συναίσθημα. Σε βγάζει έξω από τους κανόνες της καθημερινής ζωής. Σε αρπάζει μέσα από το κορμί και το μυαλό σου και σε τινάζει πάνω στον τοίχο. Έχω την αίσθηση ότι το ποτό είναι μια μορ φή αυτοκτονίας, όπου σου επιτρέπεται να επανέρχεσαι στη ζωή και ξεκινάς πάλι την επόμενη ημέρα. Μοιάζει λες και σκοτώνεις τον εαυτό σου, και ύστερα ξαναγεννιέσαι. Πιστεύω πως πρέπει να έχω ζήσει δέκα ή δεκαπέντε χιλιάδες ζωές μέχρι σήμερα.3
Ξαναγυρίζω στο ερώτημα:
καλλιτεχνική δημιουργία και αλκοόλ.
Για τον Μπουκόφσκι, το αλκοόλ είναι ο πιστός φίλος, ο διάμεσος της ποιητικής δημιουργίας, ένας τρόπος να έρθει πιο εύκολα σε επαφή με τα συναισθήματά του, «να ξεδιπλώνει εκείνους τους πέντε έξι στίχους». Επιπλέον, το αλκοόλ μειώνει το άγχος, ειδικά στις απαγγελίες ποίησης, και συντηρεί την εικόνα του Μπουκόφσκι: ο μπεκρής, ο αλήτης, το ρεμάλι.
Η απαγγελία ποίησης
[…]
έχω υπερένταση τα πάω χάλια νιώθω άσχημα
καημένε κόσμε αποτυγχάνω αποτυγχάνω
[…]
και στο δωμάτιό μου αργότερα
υπάρχει μπύρα και ουίσκι:
το αίμα του δειλού.4
Το αλκοόλ από μόνο του όμως δεν φτάνει – ας μην ξεχνάμε τη δεκαετία της αποχής από τη συγγραφή. Είναι μια αναγκαία κάποιες φορές, αλλά όχι ικανή συνθήκη. Η ίδια η ποιητική δημιουργία σχετίζεται με το αλκοόλ μόνο έμμεσα. Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι δεν γράφει ποίηση επειδή πίνει, αλλά επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Ώστε Θες να Γίνεις Συγγραφέας;
Αν δεν βγαίνει από μέσα σου ορμητικά
σε πείσμα όλων,
μην το κάνεις.
Αν δε βγει απρόσκλητο
από την καρδιά κι απ’ το μυαλό σου κι απ’ το στόμα
κι απ’ τα σωθικά σου,
μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι με τις ώρες
και κοιτάς την οθόνη του υπολογιστή σου
ή σκύβεις σαν καμπούρης πάνω από τη γραφομηχανή σου
ψάχνοντας βασανιστικά τις λέξεις,
μην το κάνεις.
Μην το κάνεις για τα λεφτά
Ή για τη δόξα,
Άστο καλύτερα.
Αν το κάνεις γιατί νομίζεις πως θα σου φέρει
γυναίκες ή άντρες στο κρεβάτι σου,
μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι εκεί πέρα και
γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια,
μην το κάνεις.
Αν ζορίζεσαι όταν σκέφτεσαι να το κάνεις,
τότε μην κάνεις.
Αν προσπαθείς να γράψεις όπως άλλος,
ξέχνα το.
Άστο καλύτερα.
Αν περιμένεις να βγει μουγκρίζοντας από μέσα σου,
τότε περίμενε υπομονετικά.
Κι αν δεν βγει με βαθύ βρυχηθμό,
κάνε κάτι άλλο.
Αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου
ή στην γκόμενά σου ή στον γκόμενό σου
ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε άλλον,
δεν είσαι έτοιμος να γίνεις συγγραφέας.
Μην γίνεις σαν τόσους και τόσους γραφιάδες,
μην γίνεις σαν κι αυτούς τους μύριους
που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,
μην γίνεις κουτός και πληκτικός
και ξιπασμένος,
μην αφήνεις την αυταρέσκεια να σε κατασπαράξει.
Οι βιβλιοθήκες του κόσμου έχουν
πνιγεί στο χασμουρητό
με το σινάφι σου.
Μην προστεθείς κι εσύ σ’ αυτούς.
Μην το κάνεις.
Αν δεν εκτοξεύεται απ’ την ψυχή σου σαν πύραυλος,
Άστο καλύτερα.
Καν’ το μονάχα αν νιώσεις ότι το να μην το κάνεις
θα σε οδηγήσει στην τρέλα,
στην αυτοκτονία ή στο φόνο.
Αλλιώς, μην το κάνεις.
Αν δεν νιώσεις ότι ο ήλιος μέσα σου
σου καίει τα σπλάχνα,
μην το κάνεις.
Όταν έρθει στ’ αλήθεια η ώρα,
κι αν έχεις το χάρισμα,
θα συμβεί
από μόνο του
και θα συνεχίσει να συμβαίνει
ώσπου να πεθάνεις ή ώσπου να πεθάνει εκείνο.
Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει.
Ποτέ δεν υπήρξε
Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι πέθανε από λευχαιμία τον Μάρτιο του 1994 στο Λος Άντζελες.
Υποσημειώσεις
1 Γιάννης Λειβαδάς. Εισαγωγή στο Τσάρλς Μπουκόφσκι Ποιήματα, Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2007, σελ. 14.
2 Βιογραφικά στοιχεία από το biblionet.gr
3 Συνέντευξη στον Ρόμπερτ Βένερστεν (Beat Scene Magazine no 28), Τσάρλς Μπουκόφσκι. Στου τελευταίου ποτηριού το σφυροκόπημα, Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2010, σελ. 101.
4 «Η απαγγελία ποίησης», Τσάρλς Μπουκόφσκι. Στου τελευταίου ποτηριού το σφυροκόπημα, Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2010. Μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.