Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Πέτρου Φαραντάκη
Ο Πέτρος Φαραντάκης είναι διδάσκων στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

σύναψις 39 [2015 – τόμος ΙΙ]

Τα «σύνορα» της θεολογικής ταυτότητας. Πέντε σημεία αφοριστικού της προσδιορισμού

Όσοι ασχολούνται, περιστασιακά ή συστηματικά, με τον θεολογικό προβληματισμό, καταλαβαίνουν ή καλλίτερα διαισθάνονται ότι αυτός, πέραν του ότι κυοφορεί ερωτήματα και αποκρίσεις σε μια ενδοχώρα της οποίας τα όρια ολοένα διευρύνονται, χρησιμοποιεί και λειτουργικές έννοιες, του τύπου: «αποφατι- σμός», «δόγμα», «αυτεξούσιο», «υπέρβαση», κ.τ.ό., οι οποίες φανερώνουν τη διαλεκτική του προβλημα- τισμού αυτού με ποικίλες όψεις της διανόησης. Εδώ θα αναφερθούμε διαδοχικά, και κατά παράγραφο, στη φιλοσοφία, την πολιτική θεολογία, την επιστήμη, το Τεχνικό Σύστημα και τη βιοηθική. Υπάρχει άραγε σύγκλιση ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη θεολογία; Όσο και εάν το θεολογείν φαίνεται να κατέχει τα πρω- τεία στην περιγραφή του απόλυτου, δεν παύει να χρησιμοποιεί και ενίοτε να υιοθετεί φιλοσοφικά σχήμα- τα και δομές για να αποδώσει μια «πραγματικότητα» δυσήνια και, σε πολλές περιπτώσεις, ξένη προς τον κοινό νου. Φιλοσοφία και ιερός στοχασμός, πεδία πότε αντιμέτωπα και πότε παραπληρωματικά, παλεύ- ουν με την Αποκάλυψη, αλλά και με τον ορθολογισμό, σημειώνοντας επιτυχίες και παραγωγικές ανα- θεωρήσεις. Σε κάθε περίπτωση, αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συνταγές ούτε ως αποκλειστι- κές απόψεις για ένα modus vivendi. Επιβάλλεται να ιδωθούν ως συντριπτικά αγωνίσματα του εαυτού, ο οποίος πασχίζει να προσδώσει δύναμη, αλλά και να αφαιρέσει αδυναμίες από νοήματα και αντιλήψεις.

Θα μπορούσαμε πάλι να υποστηρίξουμε πως τα θεολογικά εγχειρήματα είναι σε θέση να γραφτούν σε ένα πολιτικό τοπίο της καθημερινότητας; Ανεξάρτητα από το εάν μια χρηστή διάνοια επιθυμεί να απέ- χει από πολιτικά σχήματα και επιδιώξεις, δεν παύει να δρα και να επωάζεται μέσα σε ένα συγκεκριμέ- νο πολιτικό πλαίσιο. Και τούτο επειδή κοινότητα και κοινωνία θεωρούνται πράγματα αδιανόητα χωρίς τον σύμμετρον πολιτικό βίο. Πολλώ μάλλον όταν ο λόγος γίνεται για την πολιτική θεολογία. Μιλάμε για μια θεολογία η οποία, χωρίς να δραστηριοποιείται κατόπιν πολιτειακής παραγγελίας, τίθεται στην υπηρε- σία κινημάτων για την κατάργηση της εκμετάλλευσης και την επικράτηση του δικαίου και της ισότητας, όπου γης. Στο σημείο αυτό, η σύγχρονη θεολογία δεν μπορεί εύκολα να αντιπαρέλθει παλαιούς θρη- σκευτικούς όρους και συμβάσεις, με την έννοια ότι αυτά συνιστούν αγκυλώσεις σε μια μετεξελισσόμενη ευ-δαίμονα ζωή. Ωστόσο, είναι πάλι προφανές ότι δεν υπάρχει απόλυτη συμφιλίωση μεταξύ αδέσμευ- του ήθους και κρατούντων θεσμών. Το ήθος απαιτεί ελευθεριάζουσα ατομικότητα, παρρησία, μοναδι- κότητα του προσώπου. Οι θεσμοί υπαγορεύουν συμμόρφωση, «συνεργασία», εγκράτεια στην αντίδρα- ση, περιστολή των αντιστάσεων.

Ωστόσο, εάν μιλάμε για πνευματικό πολιτισμό, δεν δικαιούμαστε να μην σχολιάσουμε τη συνάφεια της θεολογικής σκέψης με τον επιστημονισμό. Ακόμα και εάν πρόκειται για την κυριαρχία του επιστημο- νισμού στην εποχή μας, δεν παύουμε να διαπιστώνουμε την εμπλοκή της σκέψης σε αυτόν. Μια εμπλο- κή, η οποία συχνά αναζητεί τρόπους και δυνατότητες ανεκτικότητας. Εδώ η θεολογία και η φιλοσοφία προσφέρονται ως υποκειμενική «βεβαιότητα», αλλά προπαντός ως δεξαμενή σκέψεων, όχι κατ’ ανάγκην χρησιμοθηρικά λυσιτελών. Παράλληλα, ενώ στον επιστη- μονισμό, δεσπόζει το Παράδειγμα, σε εναλλακτικούς τόπους προσέγγισης του θείου συναντάται η πολλαπλότητα. Ασκούμε τη μεταφυσική και όταν ακόμη ή ιδίως όταν ακόμη στον κό- σμο της φυσικής δεν έχει μεσολαβήσει καμία ανάρρηση ανα- μενόμενης αλήθειας. Το ενδιαφέρον ζήτημα, επί του προκει- μένου, είναι ότι τα έσχατα όρια, τα οποία προσπαθεί να συλ- λάβει η εγκόσμια επιστήμη, κατανοούνται ή γίνονται αντιληπτά με αλλαγμένες αναλογίες στον χώρο της θεολογικής άσκησης. Η τελευταία, δεν συνιστά δεδηλωμένη βεβαιότητα για την πα- ραγωγή ανταλλακτικής ωφελιμότητας. Η ωφελιμότητα αυτή, ως ποσοτικό μέγεθος, εκτίθεται μέσω των λογικών διεργασι- ών της επιστήμης. Η θεολογική όμως άσκηση απλώς καταθέ- τει μια πνευματική δραστικότητα σημειακή, κρυπτογραφημένη και αδιόρατη.

Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι όλα αυτά δεν σχετίζονται με το σημερινό περιβάλλον μας, το οποίο είναι περιβάλλον Τεχνι- κής. Αυτό είναι τόσο βουλησιαρχικό, ώστε να απορροφά κάθε δραστηριότητα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι, χωρίς τη συνδρο- μή του, κάθε θρησκευτική και εν γένει διανοητική οργανωτικό- τητα είναι ριζικά υπονομευμένη. Τεχνική πρόοδος και τεχνο- δομή βοηθούν στην εναρμόνιση των θεολογικών ιδεολογιών και στην εφαρμογή οραμάτων κάθε πληροφοριακής διαχείρι- σης. Όταν μάλιστα, το συνολικό σχέδιο και οι κατευθυντήριες γραμμές της Τεχνικής ισχύος (επάλληλες ιδεολογίες του τύπου της δημιουργίας ενός καινούργιου βιολογικού ανθρώπου, της πλήρους επιτήρησης γειτονικού κράτους ξένων προς τα δικά μας συμφερόντων, της ροπής εθνοτήτων προς τον ολοκληρω- τισμό, κ.λπ.), φαντάζουν πράγματα μεμακρυσμένα, ακόμα και τότε τα ίδια ενσαρκώνουν υπαρκτά σχήματα, η ολοκλήρωση των οποίων βρίσκεται επί θύραις. Με βάση λοιπόν την οικει- ότητά μας προς το Τεχνικό Σύστημα, παραχωρούμε σε αυτό την πρωτοκαθεδρία χειρισμού των πάσης φύσεως κοινωνι- κών διαδικασιών και του επιτρέπουμε να μας πλοηγεί σε ευ- ρύτερες, αλλά πιο περίπλοκες προοπτικές. Κατά συνέπεια, οι όροι επιβίωσης του στοχασμού αλλάζουν. Οι προγραμματικές και οι διακυβερνητικές τεχνικές διαδίδουν ευκολότερα τη σκέ- ψη, ενώ η ουσιαστική επινοούσα συμμετοχή του στοχαστή μει- ώνεται και μαζί με αυτήν υποβαθμίζονται η τυχαιότητα και το πεπερασμένο. Η εργασία του νου, oι περιστασιακές αυθορμη- σίες στον προφορικό λόγο και τη γραφή, θεολογική ή μη, διέρ- χονται αναγκαστικά από τη «ρεαλιστική» επιδοκιμασία της πο- λιτικής τεχνολογίας, η οποία, με τη σειρά της, ευνοεί προσδιο- ρισμούς ομαδόσεων και τροποποιήσεις προηγούμενων συνη- θειών μας, οι οποίες διακρινόντουσαν για τα ιδιαίτερα και γνώ- ριμα χαρακτηριστικά τους.

Διακινήτρια ιδεών, κατά το πλείστον μάχιμων και με αξια- κό υπόβαθρο, η θεολογία δεν θα μπορούσε να μην σχετίζεται με τη βιοηθική. Η βιοηθική, εξ ορισμού, αναλαμβάνει μια άσκη- ση υψηλού κινδύνου: έχοντας υπ’ όψιν της τα ηθικά πεπραγμέ- να της ανθρωπότητας –και χωρίς αυτά αναγκαστικά να την πε- ριορίζουν–, αναλαμβάνει να μας καταστήσει σαφές τι είναι συ- νειδησιακά επιτρεπτό και τι όχι, μετά τις ανακαλύψεις της Βιο- λογίας και της Γενετικής Μηχανικής. Η συνάφειά της με τη νο- μικίζουσα και τη θεολογούσα σκέψη δεν εξωραΐζει τους μηχα- νισμούς της, ούτε βέβαια προεξοφλεί ως αλάθητες τις όποιες εξαγγελίες και αποφάνσεις της. Συχνά υπερκερασμένη από τις ίδιες τις εξελίξεις της Γενετικής, της Βιοτεχνολογίας και της Βιο- ϊατρικής, η βιοηθική πασχίζει να νοηματοδοτήσει ό,τι αυτή επι- λέγει πως είναι δεκτικό νοήματος. Αρκετές φορές ο θεολογικός παρεμβατισμός μεταποιείται σε ακούσιο εξάρτημά της, και άλ- λοτε πάλι κατισχύει σε αυτήν, χωρίς ολοσχερώς να την ανατρέ- πει. Με το σκεπτικό αυτό, οι κοινωνικές εξελίξεις δρέπουν τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα των συμβουλίων της βιοη- θικής. Ασφαλώς η διαμεσολάβηση της θεολογίας ανάμεσα στο επιστημονικά επιβεβλημένο και το ηθικά κατοχυρωμένο καθί- σταται ύποπτη, αφ’ ης στιγμής εξυπηρετείται η λεγόμενη απο- τελεσματικότητα. δηλαδή όλα να προσαρμόζονται σε τεχνικές λειτουργίες. Με πιο απλά λόγια, το υλικό συμφέρον να γίνεται πλέον το κίνητρο των πιο απλών πράξεων, συμπεριλαμβανο- μένων και των όλως «ανιδιοτελών». Εάν κάτι τέτοιο το χαρα- κτηρίσουμε ως ύβρι απέναντι στην ανθρώπινη φύση, τότε, ως ανθρωπότητα δεν περιμένουμε τίποτε άλλο παρά την ανέκκλη- τη εκδίκησή της.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.